Αρναιώτες
. . . Ποιητές
Και, τώρα βέβαια το να πεις κάτι που το
άκουσες «απ’ αλλού» και να το πεις με τέτοιο τρόπο που να αρέσει στους
περισσότερους, (και δε λέω να αρέσει σε όλους, γιατί υπάρχουν και οι
αιωνίως. . μουτρωμένοι. . .), έ αυτό δεν είναι εύκολο, αλλά εξαρτάται
από τη διάθεση του αναγνώστη ή ακροατή, που αν τους βρεις αυτούς τους δυο στις
καλές τους, δηλαδή χορτάτους και να μη.
. .χρωστούν τους κέρδισες, αλλά έλα όμως που δεν είναι πάντα έτσι . .
.γιατί, να. . . οι περικοπές στη σύνταξη,
τα λιγοστά μεροκάματα και η γκρίνια των γύρω , τα κεραμίδια που. . . «τρέχουν», η ανασφάλεια και τόσα άλλα,
είναι αυτά που μας αφαιρούν το χαμόγελο και μας κρατούν σοβαρούς, κι’ ακούς
κάθε τόσο να ρωτούμε τον απέναντι να μας πει « τι τον φταίει. .».
Και το λοιπόν
για να μπούμε στο θέμα, λέω, μην
περιμένετε να διαβάσετε παρακάτω μια
βαρετή επιστημονική πραγματεία, αλλά θα σας μεταφέρω κάτι που μού είπε η θειά Μαρίκα
η Ματσίγγινα, κάτοικος Αρναίας άνευ οδού και αριθμού, και τι να τις κάνεις τις οδούς στην Αρναία και τους αριθμούς, ωραία σοκάκια
έχει η Αρναία που τα θυμόμαστε από τις βόλτες και καντάδες που κάναμε εκεί, αλλά
κι’ από τις πρόωρες αγάπες μας τις «άγουρες».
|
Μέρος του «Δαδόλ’ η λάκκους» που αναφέρεται ο
αρθρογράφος
|
Η
θειά Μαρίκα είναι λίγο τρανούτσκην αλλά η μνήμη της είναι άλλο πράγμα και της
εύχομαι να συνεχίσει έτσι.
Εκεί
σ’ αυτά τα σοκάκια με το καλντερίμι, ακόμα όλοι γνωρίζονται και τα νέα
μαθαίνονται γρήγορα, και από πολύ παλιά, «του πιργιέλιου» και η σκωπτική
διάθεση δεν έλειψαν.
Με
τέτοια διάθεση λοιπόν γράφτηκε κάποτε το ποίημα που μού αφηγήθηκε η θεια Μαρίκα
φέτος, στα μέσα του Απρίλη θα ήταν.
Έχουμε
και λέμε λοιπόν και,
οι αδελφοί Κατσιαμουραίοι λέει, ο Νίκος
(δάσκαλος) ο Γιάννης άντρας της θειας Λεονώρας και ο Γιώργος που χάθηκε νωρίς, είχαν λέει φλέβα ποιητική στραμμένη προς το ευτράπελο. (διαβάστε την συνέχεια) >>>>>>>>>>>>






